Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

της μιας δραχμής τα γιασεμιά*



Γυρνούσα από το σχολείο με τη γιαγιά και μέχρι να πάω στο απογευματινό φροντιστήριο ήμουν εκεί.
Μετά το μεσημεριανό εκεί που διαβάζαμε στην φωτεινή τραπεζαρία, πριν κοιμηθεί περνούσε και έλεγέ "ΒΥΕΕΕ" και χαιρετούσε και γελούσαμε και λέγαμε "byeee" και εμείς.
Τελείωνα το φροντιστήριο και ξαναπήγαινα στο σπίτι μέχρι να με πάρει τηλέφωνο η μαμά να γυρίσω στο δικό μου σπίτι.
Ήταν πάνω που σηκωνόταν από το μεσημεριανό του ύπνο και η γιαγιά του έψηνε καφέ.
Άκουγα τα βήματά του από το πάτωμα που έτριζε και όταν με έβλεπε για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα έκανε "ωωω το μανούλι μου".
Έμπαινε στο μπάνιο, έπλενε το πρόσωπό του και έπεφταν κάτω τα νερά και μουσκευόταν η ραντωτή φανέλα μινέρβα.
Ξυριζόταν αν χρειαζόταν, καλοσχημάτιζε το μουστάκι,χτένιζε τα μαλλιά του με την ειδική χτενίτσα,με κοιτούσε από τον καθρέφτη και τραγούδούσε.
Με εκείνη τη φωνή τη βαριά που είναι από τον ύπνο μια γλυκιά βραχνάδα (που μου άρεσε τόσο πολύ αυτή η φωνή ) " στωωων ραντεβού την ερημιά στα μακρινά καφενεδάκια της μιας δραχμής τα γιασεμιά που μας πουλάνε τα παιδάκια"
και γελούσα και με κοιτούσε από τον καθρέφτη και γελούσε και εκείνος καθώς φρέσκαρε το πρόσωπό του με την κολώνια.
"Μωρρρρρό μου, έτοιμος ο καφές?" έλεγε στη γιαγιά μου και γελούσαμε και οι 3. 

Αυτός, μπορεί να μη θυμόταν κάθε φορά όλα τα λόγια αλλά συνέχιζε πάντα το ρυθμό λέγοντας "παρα παμ πομ" και έστρωνε με το χτενάκι του το μαλλί με νερό και κολόνια.
Έμπαινε στην κουζίνα με έτοιμο στρωμένο το καφεδάκι με το νερό και τα κουλούρια δίπλα, αλλά πριν κάτσει με φιλούσε και με χαιρετούσε με υπόκλιση τραβώντας και με τα δύο χέρια το παντελόνι της πιτζάμας λες και ήταν το φουρό.
Ακόμα νιώθω την δροσιά της κολόνιας και του νερού από το μαγουλό του πάνω στο δικό μου.
Έπινε μια γουλιά καφέ και ρουφούσε επίτηδες για να ακούγεται και έλεγε " μωρρρρό μου τι ωραίος καφές είναι αυτός που μου έφτιαξες!"
και μου έκλεινε το μάτι και μου έλεγε "κλέβε κόλπα !είδες πως της μιλάω?" και γελούσαμε τόσο πολύ μα τόσο πολύ.

Η γιαγιά μου πάντα μου έδινε τα κουλουράκια να τα βουτάω στο δικό της καφέ για να μην πάρω από αυτό του παππού.
Και αυτός βουτούσε πάντα κάθε φορά 3 φορές το κουλούρι στον καφέ και σχεδόν πάντα το μισό του έπεφτε το κουλούρι μέσα στο φλιτζάνι και η γιαγιά μου έλεγε "Ρε Κώστα πωπω κάτσε να φέρω ένα κουταλάκι" και μέχρι να το φέρει το είχε αρπάξει μέσα από το ζεστό καφέ και το είχε φάει και εγώ δεν σταματούσα να γελάω.
Όλο έβρισκε κάτι να σχολιάζει και να γελάμε κάθε απόγευμα ήταν η αγαπημένη του ώρα η πιο γελαστή.
Αυτός και οι δύο Ελένες του. 
Όλο γελούσαμε δυνατά εγώ και αυτός και η γιαγιά μου μέχρι και στο γέλιο της,εκείνη τη σεμνότητα λες και είναι πάλι 19 χρονών.
Και το σπίτι μύριζε καφέ,κολόνια του παππού, χέρια της γιαγιάς και ζέστη.
Ύστερα ίσως διάβαζε λίγο εφημερίδα Αργολικά Νέα και χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλά του στο τραπέζι σύμφωνα με το ρυθμό του τραγουδιού.

Τον έβλεπα πριν και μετά την σιέστα του.
Αλλά εκείνο το μετά , εκείνα τα απογεύματα δεν θα τα άλλαζα.
Κάθε απόγευμα το ίδιο. 
Κάθε απόγευμα είμαι τυχερή που το μεγάλωσα εκεί.
Και που έμαθα να τραγουδάω το τραγούδι χωρίς να ξέρω τα λόγια απλά για να τον συνοδεύω μέχρι να κάτσει στο τραπέζι να πιει καφέ.

Και στις 21 Μαϊου του 2017 δεν θα είναι πάλι το ίδιο η γιορτή.
Φωνάζαμε ο ένας τον άλλο "ρε μανούλι" (τονίζοντας πάντα το 'λ').
Μόνο αυτός με φώναζε "Ελένη" σαν τη γιαγιά μου.
Μπορεί να μπερδευόμασταν με τη γιαγιά όταν μας φώναζε, αλλά ποτέ κανένα δεν άφησα να με πει "Ελένη" εκτός από αυτόν.
Και μου έλεγε πάντα "έχεις το πιο ωραίο όνομα γιατί είναι της γιαγιάς σου" και ας το ήξερα ήδη, πάντα τον άφηνα να μου το λέει.
Αν δεν τον έλεγα πάππο, θα τον έλεγα μπαμπά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου